καινολογέω

καινο-λογέω,
A tell new or strange tales, cj. for κενο- in J.Ap. 1.24; say something new, Anon.Lond.34.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καινολογεῖ — καινολογέω tell new pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καινολογέω tell new pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινολογούντων — καινολογέω tell new pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) καινολογέω tell new pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινολογεῖν — καινολογέω tell new pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινολογῆσαι — καινολογέω tell new aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινολογήσῃς — καινολογέω tell new aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκαινολόγησας — καινολογέω tell new aor ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινολογουμένωι — καινολογουμένῳ , καινολογέω tell new pres part mp masc/neut dat sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.